- ἀπαγόρευμα
- ἀπ-αγόρευμα, Untersagung, Verbot
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
απαγόρευμα — ἀπαγόρευμα ( ματος), το (Α) απαγόρευση … Dictionary of Greek
ἀπαγόρευμα — prohibition neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀπαγορευμάτων — ἀπαγόρευμα prohibition neut gen pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)